23 Ιουλ 2009

Ντέιβιντ Μπέρν


Ο Ντέιβιντ Μπέρν , σαν ποδηλάτης που είναι, κινείται με χάρη σε καθόλου εύκολες περιοχές. Προσπάθησε τόσο με τις Ομιλούσες Κεφαλές, όσο και με τις προσωπικές του δουλειές, να μας τραγουδήσει με μια φωνή σε στυλ Γκούφυ , για μια αχανή χώρα με τόσο διαφορετικές πλευρές (Αμερική) σε μια εποχή που λίγοι είχαν όρεξη να τραγουδήσουν ή ν’ ακούσουν τραγούδια (τέλος δεκαετίας 70, αρχές 80) , σε μια περίοδο που όλα ,υποτίθεται, είχαν ξεπεραστεί. Μας μίλησε για εικόνες κοινότυπες, καθόλου ασυνήθιστες, μ’ έναν εντελώς πρωτότυπο και , θα τολμούσα να πω, λοξό τρόπο. Εξέφρασε μοναδικά, μια χώρα( τη κάθε χώρα) που κινδυνεύει να πεθάνει από έλλειψη χιούμορ, σκέψης και αισθητικής. Έφτιαξε «αληθινές» ιστορίες για όλους τους «αληθινούς» ανθρώπους, από το Νιου Μέξικο ως το Μανχάταν και από κει στο Πεκίνο και στην Αθήνα, που δεν ξέρουν που πηγαίνουν, που δεν ξέρουν ότι είναι, οι ίδιοι, πρωταγωνιστές της ιστορίας τους. Οι ιστορίες, δεν είναι ακριβώς, ιστορίες: είναι κραυγές ενός ιεροκήρυκα από ένα χαλασμένο τρανζίστορ, είναι περίεργα αποκόμματα εφημερίδων, είναι αγγελίες και διαφημιστικά σποτάκια, είναι οι μουσικές των γκέτο τις Νέας Υόρκης, είναι όλα αυτά μαζί στο μίξερ ενός μετά- μεταμοντέρνου τραγουδοποιού. Ο ψηλόλιγνος Μπέρν, δεν είναι βάρδος σαν τον Μπόμπ Ντύλαν που αφηγείται μακροσκελείς ιστορίες όπου το παρελθόν σμίγει περίτεχνα με το παρόν, σ’ ένα καινούργιο, ενιαίο και συμπαγές σώμα. Σαν γνήσιο τέκνο του Αμερικάνικου Νέου Κύματος (Νιού Γουέιβ) απέφυγε τον υπερβολικά ονειρικό λυρισμό της δεκαετίας του 60, χωρίς όμως να πηγαίνει και στο άλλο άκρο, όπως οι περισσότεροι «σκληροί» συνάδελφοι του, που καταπιάνονταν με την αισθητική του σκοτεινού, της απόγνωσης, και της κακοφωνίας, με τρόπο στιλιζαρισμένο και ,συχνά ,ψεύτικο. Τραγούδησε (όπως φωτογραφίζει ή δουλεύει τις εγκαταστάσεις του) με τον τρόπο του παρατηρητή ή καλύτερα σαν να ίπταται πάνω απ’ τη κεφάλια των πρωταγωνιστών του, σαν να περνάει αέρινα και ν’ αφουγκράζεται πάνω απ’ τα σπίτια και τα σουπερμάρκετ, τις λεωφόρους και τα φτηνά νάιτ κλαμπ. Όλα αυτά μ’ έναν φαινομενικά ψυχρό, ουδέτερο, αλλά τελικά ουσιαστικό τρόπο, μιας και ο κόσμος μας, αντικαλλιτεχνικός και αντιεμπνευστικός όπως είναι, χρειάζεται νέους τρόπους, πέρα απ’ τους συνηθισμένους, για να ερμηνευτεί. Τέλος, υιοθέτησε, με πολύ έξυπνο τρόπο την περσόνα του σαλταρισμένου μικροαστού, του φρικαρισμένου σπασίκλα, αντιδρώντας , ίσως, έτσι στο στερεότυπο της εποχής που ήθελε τους ρόκερς ρέμπελους βρώμικους και αυθάδεις .
Τον είδα αρχές του μήνα στο Θέατρο Μπάντμιντον , πιο ανθρώπινο, με μαλλιά άσπρα σαν βαμβάκι, έχοντας εγκαταλείψει, πια, όλα του τα προσωπεία. Πρωταγωνιστής σ’ ένα περίεργο πολυθέαμα, με ανισόρροπους χορευτές και παιχνιδιάρηδες μουσικούς, φώτισε με νέο τρόπο τα παλιά του κομμάτια, έπαιξε κι’ αυτά που είχε φτιάξει μαζί με τον Μπράιαν Ίνο το χειμώνα που μας πέρασε. Ήταν συμπαθής και αστείος, μας χαμογέλασε αμήχανα στην αρχή, μας έπαιξε, με τον νεοϋορκέζικο του τρόπο, ένα ροκ, ολίγον ειρωνικό, αλλά ειλικρινές, μιας και ήταν εκτεθειμένο στα άπειρα μουσικά ρεύματα της πολύβουης πόλης του. Λίγο πριν το τέλος, μέχρι και φούστα μπαλαρίνας φόρεσε για να μας ευχαριστήσει, αποδεικνύοντας μας ότι δεν χρειάζεσαι ύφος όταν είσαι αληθινά σοβαρός καλλιτέχνης.
Σκέφτομαι τους Έλληνες συναδέρφους του, που βρίσκονται, πάνω- κάτω, στην ίδια ηλικία μ’ αυτόν, και μελαγχολώ. Αναλώνονται σε κοινοτυπίες, συντηρώντας τον EAYTO που τους βολεύει. «Οργισμένοι», όλοι τους, με ψυχοσύνθεση δημοσίου υπαλλήλου. Κινούνται με τρόπο στείρο μεταξύ νοσταλγίας και εύκολης φιλοσοφίας , στοχεύοντας εξόφθαλμα πια, στο θυμικό, στην συναισθηματική, την πιο «ελληνική» (ιδιοσυγκρασιακά) πλευρά του κοινού. Μια κουρασμένη γενιά τραγουδοποιών για κουρασμένους ακροατές. Δεν λέω ότι στην Αμερική, ή αλλού, είναι όλα ρόδινα, ούτε ότι στη, τόσο ιδιαίτερη, Ελληνική Επικράτεια, δεν υπάρχουν βάρδοι, αντιθέτως. Αλλά θα ήθελα να έρθει κάποτε η εποχή που ο Σωκράτης Μάλαμας δε θα φοβάται να βγει να τραγουδήσει πχ με ένα κουαρτέτο εγχόρδων. Και για αυτό είναι απαραίτητο και ένα πιο ώριμο, πιο απαιτητικό κοινό. Μπορείς να πεις πράγματα που να χουν βάρος, μ’ έναν αστείο, ανάλαφρο τρόπο. Ο Ντέιβιντ Μπέρν τα καταφέρνει μια χαρά σ’ αυτό. Εμείς;

Ιστοσελίδα Ντέιβιντ Μπέρν, εδώ
Φωτό: Επαμεινώνδας Τερκενλής

15 Ιουλ 2009

Βυθός και Επιφάνεια



Σηκώνεις το κεφάλι σου και βλέπεις τους ανθρώπους από κάτω. Είναι , όπως και συ, επισκέπτες του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Στέκονται και περπατάνε ανυποψίαστοι στη, σαν θάλασσα, γυάλινη επιφάνεια. Και συ, σαν απ’ τον πάτο του βυθού, τους παρατηρείς. Είναι ευφυής ο τρόπος στησίματος του Νέου Μουσείου. Η παραπάνω εικόνα, μαζί με τόσες άλλες, το αποδεικνύει . Η σχέση βυθού-επιφάνειας είναι πανταχού παρούσα τόσο μέσα στο κτίριο, όσο και γύρω ( αλλά και κάτω) απ’ αυτό. Σαν βυθό που αποκαλύφθηκε, βλέπεις τη παλιά πόλη, κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα αιώνων. Αρχαίοι διάδρομοι, πιθάρια και μωσαϊκά, φαίνονται κάτω απ’ το γυαλί. Ησυχία. Πάνω απ’ το γυαλί, η θορυβώδης επιφάνεια, οι φωνές των ξεναγών, οι φθαρτές ψηφιακές μηχανές και τα θνησιγενή ολσταράκια. Παρατηρείς τη σύγχρονη πόλη, μπετόν και γκαζόν, κατακόκκινοι τουρίστες που συνεχίζουν να φωτογραφίζουν τα πάντα, Πακιστανοί πουλάνε «σομπρέρο» στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μες το λιοπύρι. Η επιφάνεια αγνοεί ότι κάποτε κι’ αυτή θα γίνει βυθός. Ευτυχώς.

10 Ιουλ 2009

Κτίρια


Κτίρια, κτίρια, κτίρια : Είναι παντού, όπως και οι άνθρωποι, είναι αδύνατο να τα αγνοήσω, έχουν το δικό τους χαρακτήρα: κτίρια σοβαρά ή χαριτωμένα, κτίρια με έπαρση ή ταπεινότητα, όπως και οι άνθρωποι. Πολυκατοικίες αμέτρητες στις πόλεις, οικοδομήματα αυθαίρετα στην επαρχία, χαμογελαστές καντίνες, λυπημένες κολώνες, εμφανίζονται ξαφνικά στο πουθενά όταν ταξιδεύεις στην εθνική οδό, κτίσματα που ούτε προλαβαίνεις να τα φωτογραφίσεις, συγκρατείς απλώς κάποιες βασικές γραμμές.
Ζω σε μια χώρα που (σχεδόν) ότι βλέπω με πληγώνει. Έννοιες όπως «αισθητική», «ισορροπία», «συμμετρία», που άλλοτε εδώ ήταν αυτονόητες σαν τον αέρα και το νερό, είτε παρερμηνεύτηκαν, είτε «καταπατήθηκαν» πότε από τους διάφορους ευφάνταστους “ειδήμονες”, και πότε από τους «έχω χρήμα και κάνω ότι μου καπνίσει» άσχετους , δύο είδη που, δυστυχώς, αφθονούν στα μέρη μας.
Εγώ όμως εξακολουθώ να ζω εδώ πέρα, να περπατάω, να ταξιδεύω και ν’ ανακαλύπτω. Τις περισσότερες φορές βλέπω μια χώρα που δεν κατορθώνει να σέβεται τους κανόνες, αλλά ούτε και να τους ανατρέπει, μπας και βρει άλλους. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα κτίρια, φυσικά. Απ’ την άλλη, εκεί που πάω να γκρινιάξω, βλέπω κάτι το τρομερά κιτς που ευφυώς καταφέρνει και στέκει, χάσκω μπροστά σε μια τυχαία κατασκευή ανεπιτήδευτης απλότητας, και έτσι προχωράω.
Πρέπει να ξαναδούμε τη χώρα μας, τη κάθε χώρα, επειγόντως και με ειλικρίνεια. Πρέπει να ξαναδούμε τα κτίρια, αλλά και τους ανθρώπους. Η Αθήνα μετά τη καταστροφή της αντιπαροχής , έζησε δεύτερη «καταστροφή» με τη στείρα νοσταλγία για τα νεοκλασικά και τη ισοπεδωτική βαρβαρότητα των γυάλινων κτιρίων. Τώρα σειρά έχουν όσοι ζουν εντός της. Στις μέρες μας, πια, το ζητούμενο δεν είναι η όποια αισθητική άποψη, αλλά το περιεχόμενο μιας πόλης, η μέσα ζωή της. Τώρα οι άνθρωποι ,στην Αθήνα κυρίως, ξεσπάνε βίαια, ολημερίς και ολονυχτίς εξασκούνται στο μίσος, υιοθετώντας εκ νέου σκοτεινά δόγματα. Η απουσία αρμονίας σε όλα τα επίπεδα, η εξουδετέρωση της «αρχιτεκτονικής» της καθημερινότητας των πόλεων και κυρίως της πρωτεύουσας , γέννησε αυτούς τους τρελαμένους και κουτούς ανθρώπους. Είναι οι σκοτεινοί πολίτες μιας σκοτεινής πολιτείας. Πολιτικές κοντόφθαλμες και άτολμες και μια κοινωνία που όταν δεν ξεχνιέται με «θριάμβους», αναπολεί τα περασμένα, είναι επόμενο να δώσει τροφή σε όλους αυτούς . Σαν ξεπεσμένοι τσιφλικάδες, όλο χολή, και με πρόσχημα την αγανάκτηση, κάποιοι οδηγούνται σε ανεκδιήγητες πρακτικές. Μια θολή τρέλα κυριαρχεί παντού.
Δεν μπορώ να τ’ αγνοώ όλα αυτά , και να τριγυρνώ στη πόλη σαν χαρούμενη πεταλουδίτσα.. Είναι αδύνατο να μιλάς μόνο για κτίρια, για δρόμους, για πλατείες, αγνοώντας τους ανθρώπους. Εμείς είμαστε η πόλη, εμείς είμαστε τα κτίρια.

αρχείο

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες