17 Μαΐ 2011

"Η Χώρα Των Πεζών"


"Στο πρόσωπο ενός θεωρούμενου σήμερα ελάσσονος ζωγράφου, του Constantine Gyus, εντόπισε ο Charles Baudelaire τον κύριο εκφραστή της οξυδερκούς παρατήρησης του, γοητευτικού και απειλητικού συνάμα, κόσμου που αναδυόταν στις μεγαλουπόλεις της Δύσης και ειδικότερα στο Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. «Ζωγράφο της Μοντέρνας Ζωής» τον χαρακτήρισε, καθώς ο Gyus “απαθανάτισε” όλα τα καινοφανή χαρακτηριστικά της εποχής του, χρησιμοποιώντας μια ζωγραφική γλώσσα εντελώς διαφορετική από τον ακαδημαϊκό νεοκλασικισμό. Ο πολιτικά ανατρεπτικός ρεαλισμός του Courbet είχε προηγηθεί και ο προ-ιμπρεσιονιστικός τολμηρός σχολιασμός του Manet θα ακολουθούσε. Ο Gyus δημιούργησε τα περισσότερα έργα του εγγράφοντας στο συνειδητό των θεατών και αναγνωστών του αυτό που βίωναν στο ασυνείδητο: δανδήδες, πλάνητες, πόρνες, αριστοκράτες και στρατιωτικοί σε άμαξες και πολύβουους δρόμους έγιναν πρωταγωνιστές σε ζωγραφικά έργα, θαρρείς προχειροφτιαγμένα, φαινομενικά τραχειά και ανεπιτήδευτα, ικανά όμως να αποτυπώσουν την ταχύτητα των μεταβολών της εποχής, τον αγώνα για εγκαθίδρυση των νέων φυλών που διεκδικούσαν το μερίδιο τους και το ζωτικό τους χώρο στη νέα Πόλη που θεμελιωνόταν. Απέναντι σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα ο Gyus και συνεκδοχικά ο Baudelaire στάθηκαν με προφανή αμφιθυμία και ουδεμία διάθεση εξιδανίκευσης και εξωραϊσμού—τα πράγματα ήταν απλώς έτσι. Θα μπορούσαν να γραφτούν αμέτρητες σελίδες για την αναπαράσταση του κόσμου που από τότε και έπειτα άρχισε να αποδίδεται όλο και πιο αφαιρετικά, όλο και πιο επίπεδα, με όλο και πιο έντονα χρώματα, πότε-πότε ως άθροισμα γεωμετρικών σχημάτων, αργότερα ως σουρεαλιστική στρέβλωση, δυστοπική παραμόρφωση και εξπρεσιονιστική εξωτερίκευση ενός ταραγμένου εσωτερικού κόσμου, μεταπολεμικά ως χειρονομιακή τρικυμία εν καμβά, εντέλει ως ποπ πολλαπλότητα. Και ενώ οι γκριμπεργκιανές θεωρήσεις περί νομοτελειών σαγήνευαν τους αποτυχημένους προφήτες και το εγελιανό τέλος της τέχνης παρερμηνευόταν κατά το δοκούν από την μεταμοντέρνα φενάκη μιας πολυπόθητης συνθηκολόγησης με το υπάρχον και την συνεπακόλουθη ηττοπάθεια, μας προέκυψε μια νέα παραστατικότητα που στον 21ο αιώνα επιδιώκει να επαναφέρει την καταγραφή αυτού του κόσμου, του απτού και καθημερινού, στο επίπεδο της κριτικής και της φιλοσοφίας. Και κάθε κριτική και φιλοσοφία εμπεριέχει, φέρει μέσα της το σπέρμα της ανατροπής! Σ’ αυτή τη νέα παραστατικότητα εγγράφεται το έργο του Αχιλλέα Ραζή, ενός ζωγράφου, όχι της μοντέρνας αλλά της σύγχρονης εποχής, που με την τρίτη ατομική του έκθεση με την Αίθουσα Τέχνης «Αγκάθι» και τη δεύτερη συμμετοχή του στην Art-Athina, παραμένει πιστός στην αποτύπωση ενός όχι-και-τόσο-φιλικού αστικού τοπίου. 
  Oι καλλιτέχνες αυτής της νέας ή καλύτερα της σύγχρονης παραστατικότητας δεν απευθύνονται μόνο στο μάτι ούτε μόνο στις αισθήσεις, έχουν προσπεράσει το “ωραίο” που κατά τον Schopenhauer και εσχάτως τον Νεχαμά δεν είναι «παρά μια υπόσχεση ευτυχίας», τοποθετούν σε δεύτερη μοίρα κάθε μεταφυσική πιθανότητα πρόσληψης και καταπιάνονται με το καθημερινό, το παρατηρήσιμο, το οικείο, το πεζό. Ο Edward Hopper, χαρακτηρισμένος ως ρεαλιστής από την ιστορία της τέχνης, κυρίως κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου αποπειράθηκε να αποδώσει αυτόν τον κόσμο χωρίς πια συναισθήματα, να τον παραδώσει βορά στον εκ του μακρόθεν παρατηρητή. Η αμφιθυμία του Guys και του Baudelaire, ο φόβος τους μπρος στο επερχόμενο που βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με την ελπίδα που έφερνε το νέο, στα χέρια του Hopper μετατράπηκε σε αποστασιοποίηση και ενδεχομένως σε σιωπηλή θλίψη.
Στη «Χώρα των Πεζών» ο Αχιλλέας Ραζής συλλαμβάνει μικρά polaroids από τον ολοένα και συρρικνούμενο δημόσιο κοινόχρηστο χώρο, από  μεγάλες πλατείες, αποβάθρες, εμπορικούς δρόμους, εσωτερικά ιδιωτικών λεσχών και ταχυφαγείων που κάτι-μας-θυμίζουν, στιγμιότυπα που αφήνουμε να διαφεύγουν από τη μνήμη μας αφοσιωμένοι και προσηλωμένοι σε κάτι υποκειμενικά και εγωιστικά “πιο σπουδαίο”: να προλάβουμε το ραντεβού, να μην αργήσουμε στη δουλειά, να μη χάσουμε το λεωφορείο και άλλα πεζά. Οι πεζοί του Ραζή, περιφέρουν τις καλά κρυμμένες αγωνίες και “αγωνίες” τους στην ανωνυμία του πλήθους, στο συνωστισμό, στο χωνευτήρι ανθρώπων, στην παγκοσμιοποιημένη και ομογενοποιημένη πόλη που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε πόλη του λεγόμενου δυτικού και δυτικοποιημένου κόσμου. Τα βλέμματά τους δε διασταυρώνονται ποτέ, οι φωνές τους, ενδεχομένως οι κραυγές τους είναι βουβές και κατευθύνονται προς τα μέσα – δεν είναι τυχαίο ότι στις δύο μεγάλες «Πλατείες» του τα μόνα πρόσωπα που απεικονίζονται να μιλούν, το κάνουν στα κινητά τους τηλέφωνα! Σε λίγα δευτερόλεπτα θα χαθούν από το πλάνο για να τους διαδεχθούν νέα πρόσωπα, νέοι βιαστικοί πεζοί στο ίδιο φόντο, στον ίδιο χώρο. Η πραγματικότητα ακινητοποιημένη, λες και τα ρολόγια σταμάτησαν ξαφνικά, ήταν μια από τις επαναστατικές πράξεις της φωτογραφίας: ο κόσμος έγινε αντικείμενο παρατήρησης όπως ποτέ ξανά. Θα είχε κάποιο νόημα να συνεχίσουμε να τον κοιτούμε σαν σε μικροσκόπιο; Με διάθεση εξονυχιστικής παρατήρησης; Φυσικά και όχι. Γι’ αυτό και η «Χώρα των Πεζών» είναι μια ανεστραμμένη πραγματικότητα, μια κριτική και αυτοκριτική ομολογία της παντελούς έλλειψης κάθε επικοινωνίας, ακόμα και της οπτικής, ένα παζλ από ετερόκλητες μονάδες που παραμένουν αποσπασματικές σε ένα κατακερματισμένο σύμπαν ατομικοτήτων, που βιάζονται να ξεφύγουν από το πλάνο για να συνεχίσουν τη μάταιη πορεία τους προς την ασφάλεια του ιδιωτικού τους βίου. Ο μόνος που φαίνεται να νοιάζεται για όσα συμβαίνουν στο εκάστοτε “θέατρο του δράματος” είναι ο καλλιτέχνης για τον οποίο τα “αντικείμενα” της παρατήρησης παραμένουν υποκείμενα άξια προς αναπαράσταση. Όπως εύστοχα είχε επισημάνει ο Κώστας Χριστόπουλος στην προηγούμενη σειρά έργων του Ραζή με τίτλο «Τα Άνθη της Καθημερινότητας» (μια ακόμα “συγγένεια” με τον Baudelaire που η πιο γνωστή συλλογή ποιημάτων του τιτλοφορούταν «Τα Άνθη του Κακού»): «Η πραγματικότητα “γονιμοποιεί” την αναπαράστασή της, ώστε να παραχθεί ένα νέο “συμβάν”, που εδώ δεν είναι άλλο από το καλλιτεχνικό έργο. Ίσως τελικά αυτό να μην είναι τίποτα παραπάνω από το προϊόν αυτής της ανθοφορίας, το άνθος μιας καταδικασμένης στην πεζότητα καθημερινότητας. Κάθε έργο αποτελεί και ένα υπαρκτό αντικείμενο ενατένισης, αποτελούμενο από υλικά τα οποία δύνανται να ανασυγκολληθούν. Αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μιαν ακόμα ιδιότητα της ζωγραφικής: να επανενώνει τον παράδοξα κατακερματισμένο και αντινομικό κόσμο σε μία ύλη, σε ένα υλικό, στον εκάστοτε χρωστήρα.» Ο Ραζής χρησιμοποιώντας συχνά φωτογραφίες ως πρώτη ύλη δεν αρκείται στην εμφάνιση και έκθεσή τους. Τις μεταπλάθει με τα λάδια του, με τα έντονα και καθαρά χρώματά του σε καλά οργανωμένες και σκηνοθετημένες πράξεις καταγραφής μιας σωρείας ασημαντοτήτων και πεζών δραστηριοτήτων. Δε σνομπάρει τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του, δεν τους παρατηρεί αφ’ υψηλού. Εξ ου και τοποθετεί το βλέμμα του και τα πινέλα του στο ίδιο ύψος με αυτούς, στον ορίζοντά τους. Μόλις κλείσει την κάμερα και μαζέψει το βαλιτσάκι του θα χαθεί κι αυτός ανάμεσά τους και θα επιστρέψει στον ιδιωτικό του χώρο για να ολοκληρώσει τη δουλειά του, όχι πια en plein air, όχι εν θερμώ αλλά με σαφή πρόθεση να δημιουργήσει ένα αφήγημα, μια σύντομη ιστορία της πεζής μας καθημερινότητας, που θα συντελεστεί με τα έργα εν συνόλω τοποθετημένα. Η νέα παραστατικότητα του Ραζή δε μπορεί να αντιμετωπίζει—και δεν το κάνει— με μοντέρνα αμφιθυμία, όπως ο Gyus, τις χώρες των πεζών. Οι ελπίδες, άλλωστε, είναι λιγοστές καθώς η “πολυμορφία” των σύγχρονων πόλεων δεν συνηγορεί προς μια πληθυντική συνύπαρξη παρά προς ένα άθροισμα αποξενωμένων και ομογενοποιημένων μονάδων που μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Ούτε, ωστόσο, μπορεί να είναι μουντή και απαισιόδοξη όπως του Hopper καθώς η έλευση του τέλους της ιστορίας διαψεύδεται καθημερινά από απρόσμενες πράξεις, τις οποίες εκτελούν αυτοί οι ίδιοι—εμείς—άνθρωποι που περιφέρονται ακίνητοι στους καμβάδες του. Μπορεί όμως—και το κάνει—να είναι κριτική απέναντι στην θλιβερή μεταμοντέρνα ομοιομορφία, στην σιωπηλή πεζότητα, στην αβάσταχτη μοναξιά. Και έτσι να αντιπροτείνει, έστω και αποφατικά, δια της εις άτοπον απαγωγής, την άρση της πεζότητας. Το έργο της τέχνης της ζωγραφικής κάπου εδώ ολοκληρώνεται. Αίτημα προς διεκδίκηση παραμένει το αν θα ακολουθήσει το έργο της τέχνης της ζωής. "   
  • Ένα κείμενο του  Γιάννη Κουκουλά για την έκθεση με τίτλο  "Η Χώρα  Των Πεζών" στην ART-ATHINA 11.
  • Ο Γιάννης Κουκουλάς είναι δημοσιογράφος που έχει ασχοληθεί, κυρίως, με τον χώρο των κόμικς.
  • Μπορείτε να δείτε κάποια απ' τα έργα της έκθεσης πατώντας εδώ .

αρχείο

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες